εμπνέω


εμπνέω
[эмбнэо] р. вдохновлят, воодушевлять.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "εμπνέω" в других словарях:

  • ἐμπνέω — blow pres subj act 1st sg (epic doric ionic aeolic) ἐμπνέω blow pres ind act 1st sg (epic doric ionic aeolic parad form) ἐμπνέω blow pres subj act 1st sg ἐμπνέω blow pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εμπνέω — εμπνέω, ενέπνευσα βλ. πίν. 42 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • εμπνέω — (AM ἐμπνέω) 1. εμφυσώ, εμβάλλω σε κάποιον κάτι («μού εμπνέει αυτοπεποίθηση», «ἐνέπνευσε αὐδήν, μένος, θράσος, φόβον κ.λπ.») νεοελλ. 1. συντελώ να γεννηθεί στη σκέψη ή στη φαντασία επιστήμονα ή καλλιτέχνη μια ιδέα, επιστημονική ή καλλιτεχνική… …   Dictionary of Greek

  • εμπνέω — ενέπνευσα και έμπνευσα, εμπνεύστηκα, εμπνευσμένος, μτβ. και αμτβ. 1. μτφ., βάζω σε κάποιον (σαν με πνοή) ιδέα, γνώμη, επιθυμία κτλ.: Τες εμάζωξε της ελευθεριάς ο έρως και τας έμπνευσε χορό (Δ. Σολωμός). 2. γεννώ στη φαντασία κάποιου λογοτεχνική,… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἐμπνέῃ — ἐμπνέω blow pres subj mp 2nd sg (epic ionic) ἐμπνέω blow pres ind mp 2nd sg (epic ionic) ἐμπνέω blow pres subj act 3rd sg (epic ionic) ἐμπνέω blow pres subj mp 2nd sg ἐμπνέω blow pres ind mp 2nd sg ἐμπνέω blow pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐμπνεομένων — ἐμπνέω blow pres part mp fem gen pl (epic doric ionic aeolic) ἐμπνέω blow pres part mp masc/neut gen pl (epic doric ionic aeolic) ἐμπνέω blow pres part mp fem gen pl ἐμπνέω blow pres part mp masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐμπνεῖ — ἐμπνέω blow pres ind mp 2nd sg (attic epic doric ionic) ἐμπνέω blow pres ind act 3rd sg (attic epic doric ionic) ἐμπνέω blow pres ind mp 2nd sg (attic epic doric ionic) ἐμπνέω blow pres ind act 3rd sg (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐμπνεόμεθα — ἐμπνέω blow pres ind mp 1st pl (epic doric ionic aeolic) ἐμπνέω blow pres ind mp 1st pl ἐμπνέω blow imperf ind mp 1st pl (epic doric ionic aeolic) ἐμπνέω blow imperf ind mp 1st pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐμπνεόμενον — ἐμπνέω blow pres part mp masc acc sg (epic doric ionic aeolic) ἐμπνέω blow pres part mp neut nom/voc/acc sg (epic doric ionic aeolic) ἐμπνέω blow pres part mp masc acc sg ἐμπνέω blow pres part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐμπνεόντων — ἐμπνέω blow pres part act masc/neut gen pl (epic doric ionic aeolic) ἐμπνέω blow pres imperat act 3rd pl (epic doric ionic aeolic) ἐμπνέω blow pres part act masc/neut gen pl ἐμπνέω blow pres imperat act 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)